20 Απρ 2013

Η ΕΣΚ ΟΤΕ για τη Διευθέτηση του χρόνου εργασίας



Οι ρυθμίσεις της οδηγίας για την «οργάνωση του χρόνου εργασίας», όπως διαμορφώθηκε με την απόφαση της ΕΕ που ενέκρινε την Έκθεση Σέρκας, βάζουν δύο ζητήματα - καρμανιόλα για τους εργαζόμενους. Και τα δύο αυτά ζητήματα είναι που ζήτησε επιπρόσθετα την εφαρμογή τους η τρόικα στο νέο πακέτο αντεργατικών μέτρων σε υλοποίηση αυτής της πρόσφατης  οδηγίας της Ε.Ε.
Το 1ο από  τα νέα αντεργατικά μέτρα, είναι αυτό που δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις για διευθέτηση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, αφήνοντας ελεύθερο χρόνο στον εργαζόμενο 11 ώρες το 24ωρο, που σημαίνει ότι όλος ο υπόλοιπος ημερήσιος χρόνος θα είναι στη διάθεση της επιχείρησης, άρα εργάσιμος, και συνοδεύεται και από το μέτρο της κατάργησης των περιορισμών μεταξύ πρωινής και απογευματινής βάρδιας. Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η επιχείρηση μπορεί να διευθετεί το χρόνο ακόμη και μέσα στην ίδια μέρα. Επιβάλλουν λοιπόν υποχρεωτικά 6ήμερη εργασία ( κατάργηση του πενθήμερου) μέχρι 13 ώρες δουλειάς τη μέρα ( κατάργηση 8ωρου) ενώ ο ίδιος εργαζόμενος μπορεί να δουλεύει και στις δυο βάρδιες (σπαστό ωράριο), με κατανομή του ωραρίου όπως βολεύει την επιχείρηση, δηλαδή μέχρι 78 ώρες δουλειά τη βδομάδα. 

Το 2ο είναι η δυνατότητα της επιχείρησης να χωρίζει τον ημερήσιο εργάσιμο χρόνο σε ενεργό και ανενεργό. Διευθέτηση εργάσιμου χρόνου σημαίνει ότι ο εργαζόμενος θα δουλεύει μεν μέχρι 13 ώρες αλλά δε θα πληρώνεται τις επιπλέον ώρες, δε θα παίρνει υπερωρία. Θα πληρώνεται κανονικά το μεροκάματο ή το μισθό και αυτές οι ώρες κάποτε, όταν βολεύει την επιχείρηση (π.χ. όταν δεν έχει πολλή δουλειά, όπως τώρα, π.χ., με την κρίση), θα τις δίνει σε ρεπό. Άρα έχουμε αύξηση του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου με αύξηση της απλήρωτης δουλειάς. Άρα ένταση της εκμετάλλευσης. Με το χωρισμό του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε ενεργό - ανενεργό, στον ανενεργό ο εργάτης θα βρίσκεται στην επιχείρηση( κατά κύριο λόγο από αδυναμία μετακίνησης), αλλά ο εργοδότης θα θεωρεί ότι δε δουλεύει. Επομένως, δε θα τον πληρώνει. Έτσι, στις 13 ώρες δουλειάς θα θεωρεί ο εργοδότης ότι ο εργάτης δουλεύει μόνο 8 ώρες σπαστά ή και μόνο 7 ώρες κ.ο.κ. Τις υπόλοιπες θα τον έχει τάχα στο χώρο δουλειάς χωρίς να κάνει τίποτα. Αυτό και αν είναι συγκάλυψη τεράστιας απλήρωτης δουλειάς στο όνομα του ανενεργού χρόνου.
Δίνεται λοιπόν η δυνατότητα λόγω της οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης και της μείωσης της παραγωγής, με ανάλογες επιπτώσεις σε εμπόριο και υπηρεσίες, να μπορούν οι επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν τους εργαζόμενους όταν έχουν δουλειά και να μην τους απασχολούν όταν δεν έχουν. Να χρησιμοποιούν τους εργαζόμενους για όσο χρόνο τους χρειάζονται λόγω των αναγκών της παραγωγής τους, αυξάνοντας την απλήρωτη δουλειά, άρα βγάζουν πολλαπλάσιο κέρδος, ενώ με τον ενεργό - ανενεργό χρόνο ουσιαστικά θα δουλεύει ο εργαζόμενος μέχρι 13 ώρες, αλλά θα πληρώνεται λιγότερες ακόμη και από το 8ωρο. Η ανταπόδοση σε ελεύθερο χρόνο ( ρεπό, άδεια), όταν πέφτει η παραγωγή των επιχειρήσεων, του δημιουργεί την απατηλή εντύπωση πως δουλεύει χωρίς να χάνει, αφού παίρνει το μισθό του. Αλλά συνολικά οι όροι ζωής του αλλάζουν προς το χειρότερο. Οι εργαζόμενοι γίνονται απόλυτο εξάρτημα των καπιταλιστών και των αναγκών τους στις συνθήκες κρίσης, σε όφελος του κεφαλαίου. Δουλειά έως 13 ώρες καθημερινά σημαίνει εξάντληση, που φθείρει ανεπανόρθωτα την υγεία των εργαζομένων, τους αναγκάζει να απέχουν από κάθε άλλη δραστηριότητα, όπως κοινωνικοπολιτική δράση, οικογενειακή ζωή, σχέσεις με φίλους, ψυχαγωγία κλπ., ενώ μετά βίας έχουν 11 ώρες την ημέρα για ξεκούραση.
Ο καπιταλιστής βγάζει πολλαπλάσιο κέρδος και ο εργάτης από την αξία της παραγωγής, δηλαδή τον πλούτο που παράγει, παίρνει μικρότερο μερίδιο. Και αυτό επίσης πρέπει να τον ενδιαφέρει άμεσα. Δεν έχει σημασία αν π.χ. δε μειώνεται ο μισθός ή το μεροκάματο, αφού αυξάνεται η εκμετάλλευση. Επίσης την ίδια περίοδο οι μεγαλοεπιχειρηματίες κλέβουν την υπερωρία βγάζοντας μεγαλύτερα κέρδη από τον εργάτη. Επομένως δεν καταστρέφουν απλά τη ζωή των εργαζομένων, αλλά αυξάνουν στο έπακρο την εκμετάλλευση για μεγαλύτερη κερδοφορία που σε συνδυασμό με τους μισθούς πείνας των 500 ευρώ τους καταδικάζουν σε σύγχρονη σκλαβιά, αργό θάνατο. Ανεξάρτητα αν τις 5 απλήρωτες ώρες καθημερινά τις δώσει η επιχείρηση σε ρεπό, σε χρόνο που δε θα χρειάζεται δουλειά.
Ταυτόχρονα μ' αυτές τις εργασιακές σχέσεις και συνθήκες, η εργατική δύναμη έχει φθορά που δεν αναπληρώνεται, όταν ο εργάτης δουλεύει περισσότερες, από την κανονική εργάσιμη μέρα, ώρες. Έτσι, η εργατική δύναμη καταστρέφεται ανεπανόρθωτα και σε συνδυασμό με τη δραστική μείωση του μισθού του, άρα τη μη κάλυψη στοιχειωδών αναγκών, έρχεται γοργή φθορά και της υγείας του. Αργός πρόωρος θάνατος.
Με τη διευθέτηση και το χωρισμό του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε ενεργό - ανενεργό, ως οργάνωση του εργάσιμου χρόνου, καταργούν και τους τελευταίους υποτυπώδεις περιορισμούς σχετικά με τα χρονικά όρια του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου. Ο εργάσιμος χρόνος αποτελείται από τον αναγκαίο, όπου ο εργάτης δουλεύει για το μεροκάματό του, και τον πρόσθετο, όπου βγαίνει η υπεραξία, την οποία καρπώνεται ο καπιταλιστής. Είναι το μέρος του εργάσιμου χρόνου για το κέρδος στα πλαίσια του 8ωρου. Όσο αυξάνεται η εργάσιμη μέρα πέρα από το 8ωρο, αυξάνεται και ο πρόσθετος χρόνος, επομένως αυξάνεται η υπεραξία και το κέρδος. Γι' αυτό θέλουν το 78ωρο και το χωρισμό του ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε ενεργό - ανενεργό οι καπιταλιστές.
Τα ζητήματα αυτά υπάρχουν, έρχονται και επανέρχονται για να βρούν εφαρμογή την κατάλληλη περίοδο π.χ όπως τώρα με την κρίση.
Με τις ρυθμίσεις αυτές, η αστική τάξη πασχίζει να διαχειριστεί την κρίση, αντιμετωπίζοντας τις συνέπειές της για το κεφάλαιο σε βάρος της εργατικής τάξης. Δεν έχει άλλο μέσο από την ένταση χωρίς όρια της εκμετάλλευσης και δοκιμάζει όλες τις μεθόδους ταυτόχρονα και συνδυασμένα. Την παράταση του εργάσιμου χρόνου χωρίς πληρωμή υπερωρίας, τη μερική απασχόληση, την εκ περιτροπής εργασία κλπ. Έτσι γίνεται προσπάθεια να εξαναγκαστούν οι εργαζόμενοι να συμβιβαστούν με την ελαστική εργασία, τη μερική απασχόληση, την εκ περιτροπής εργασία και με μεροκάματα και μισθούς που αντικειμενικά δεν φτάνουν για την αναπλήρωση της εργατικής τους δύναμης, των αναγκών τους για να μπορούν στοιχειωδώς να ζήσουν και να εργάζονται.

Επισκέπτες